ἐφίερον

ἐφίερ-ον, τό,
A sacrificial cake, IG3.74 (pl.):—also [suff] ἐφίερ-ος, , Poll.6.76.
II v. ἐπίαρυν.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφίερον — sacrificial cake neut nom/voc/acc sg ἐφίερος sacrificial cake masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφίερος — ἐφίερος, ον (Α) 1. είδος ψωμιού, πλακούντας, πίτα 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐφίερον α) ιερός άρτος β) θρησκευτική ποινή, επιτίμιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἱερός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.